Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΑΛΛΑΡΜΕ!




STÉPHANE MALLARMÉ


SOUPIR

La mia anima sale, o placida sorella,
Al cielo errante della tua angelica pupilla
E alla tua fronte, dove, giuncato di rossore,
Sogna un autunno, come nell'antico pallore
D'un parco un getto d'acqua sospira su all'Azzurro!
- Verso il tenero Azzurro d'Ottobre mite e puro
Che guarda in grandi vasche la sua malinconia
E lascia, su acque morte, dove, fulva agonia
Le foglie errano al vento tracciando un freddo viaggio,
Il sole trascinarsi giallo col lungo raggio.

 

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΤΟΥΤΗ Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ




PABLO NERUDA


ΕΤΟΥΤΗ Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ

Ετούτη η σπασμένη καμπάνα
θέλει, μολονότι σπασμένη, να χτυπάει:
το μέταλλό της είναι πράσινο τώρα,
χρώμα της σέλβας έχει η καμπάνα,
χρώμα του νερού μιας λιμνούλας στο δάσος,
χρώμα της μέρας που φόρεσε φύλλα.

Μπρούντζος πράσινος σπασμένος
είναι τώρα πια η καμπάνα,
και όπως σε λήθαργο έχει πέσει,
περιπλοκάδες την περιπλέκουν
και το παχύ χρυσαφί του μπρούντζου
πήρε πλέον χρώμα βατραχί:
τα χέρια των νερών
και των γιαλών η υγρασία
δώσανε στο μέταλλό της το άπαν του πράσινου,
στην ίδια την καμπάνα εχάρισαν τη χάρη.

Ετούτη η σπασμένη καμπάνα
που τη λιμάρουν συνέχεια οι απότομοι θάμνοι
του ακατάστατου κήπου μου,
καμπάνα πράσινη, τραυματισμένη,
έχει κρύψει τις πληγές της στα χόρτα:
κανέναν δεν φωνάζει πιά και δεν καλεί κανέναν
νά ’ρθει στο πράσινό της κύπελλο
να πιεί τους ήχους της·
μόνο μιά πεταλούδα πετάει μιά στιγμή
πάνω απ’ τον πεταμένο της μπρούντζο
κι έπειτα φεύγει ανοίγοντας μακριά
τα κίτρινα φτερά τους.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΛΦΟΝΣΟ ΓΚΑΤΤΟ!




ALFONSO GATTO


QUASI UN RICORDO

Incontrarci per caso ci parve
nell'ora dimenticata.
Fu la stazione gialla nel verde.
Un ciclista perduta la via
beveva ricordi in fondo agli occhi.
Ma tutto è eterno per chi passa,
anche il nome udito una volta.


ΓΥΜΝΗ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΛΗ…




PABLO NERUDA


ΓΥΜΝΗ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΛΗ…

Γυμνή είσαι τόσο απλή σαν τό ’να από τα χέρια σου –
λεία, χθόνια, κυκλική, ελάχιστη και διάφανη·
γραμμές σελήνης έχεις, μονοπάτια μήλινα:
γυμνή είσαι αδυνατούλα σαν το στάρι το γυμνό.

Γυμνή είσαι γαλανή, όμοια με τη νύχτα στην Κούβα –
περιπλοκάδες κι άστρα στεφανώνουν τα μαλλιά σου·
γυμνή είσαι απέραντη, θεόρατη και κίτρινη
σαν καλοκαίρι δίπλα σ’ εκκλησιά χρυσαφωμένη.

Γυμνή είσαι τοσηδά, σαν το μικρό νυχάκι σου·
καμπύλη, ρόδινη, απαλή σαν πώς γεννιέται η μέρα,
σαν πας και χώνεσαι στα καταχθόνια του ντουνιά

λες κι είναι σήραγγα μακριά, όλο δώματα αόμματα:
η διαύγειά σου ντύνεται, φυλλορροεί και σβήνει
και, πάλι, πιο μετά, δικό σου χέρι γίνεται.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΧΟΑΚΙΝ ΧΙΑΝΝΟΥΣΙ!




JOAQUÍN GIANNUZZI


TRES FOTOGRAFÍAS EN EL PASADO 
 

I

Había un movimiento azul a nuestras espaldas.
Mutaciones del agua regidas por un sol mamífero.
¡Tan racional y político sobre nuestras cabezas!
La abundante consolidación del cielo,
hace muchos años de esto,
cuando el mañana contenía su propio significado.
Es un mediodía de diciembre
paralizado en la arena con una fe
que no puedo imaginar. La época
es una permanencia en el horizonte, encerrando
un mundo definido por rostros enteros
como estos. En ninguna parte se advierten latidos
del próximo golpe de estado.


II

Ningún sufrimiento estable en la imagen.
El instante no es decisivo. Somos
una familia de comediantes instantáneos
que la muerte mira por un rápido agujero
y aplaza su tarea accidental. Hay una calle
donde la luz se aleja. Parece domingo entre los árboles.
He aquí la apariencia momentánea de la experiencia
en una tarde personal y única
a punto de perderse en la sombra universal.


III

Qué fácil parece estar vivo. Aquí
un grupo de amigos en un mundo
de leyes confusas. Pero el presente
es inviolable en el jardín. Las cosas felices
moteadas de sol en la apacible sombra.
Nuestros ojos miran lo que no sabemos: signos
de degradación,
un residuo de historia nacional
a nuestros pies oscuros, bajo la mesa
donde hemos bebido. Muy pronto
nada de esto tendrá explicación. Una especie
de desolación se insinúa
en torno a la cabeza de alguien que está allí
reclamado por el agua negra
que invade la escena desde el fondo:
una cabeza de desaparecido.