Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ΦΛΕΒΑΡΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ




UMBERTO SABA


ΦΛΕΒΑΡΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ

Βγαίνει το φεγγάρι.
    Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, βράδυ που βιάζεται να πέσει.
Νεολαία αδιάφορη και σφιχταγκαλιασμένη·
προς στόχους ολισθαίνει ευτελείς.
        Κι είναι του θανάτου
η σκέψη που, εν τέλει, βοηθάει και ζούμε.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΓΕΡΑ


ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΓΕΡΑ

Με τον Μιχάλη Κατσίγερα ήμασταν διαδικτυακοί φίλοι. Δεν είχαμε γνωριστεί. Μιλούσαμε πολύ συχνά μέσα από τον Messenger", κυρίως για τη μεγάλκη μας αγάπη: τον Διονύσιο Σολωμόι. Είχαμε ανταλλάξει και βιβλία. Είχαμε κανονίσει να βρεθούμε τα Χριστούγεννα στην Αθήνα, αλλά δεν "έκατσε". Από καιρό είχαμε χαθεί και από τον Messenger - με είχανε ζώσει τα φίδια... Μόλις τώρα έμαθα το άσχημο νέο. Αναρτώ το ακόλουθο ποίημα στη μνήμη του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΜΙΑ ΛΕΞΗ

Όταν τα πάντα πια εξαντλούσε γύρω του και μέσα του
κ’ είταν σα να βυθίζονταν, – θυμόταν τότε να προφέρει
μια λέξη μόνον : άγαλμα (και, φυσικά, εννοούσε
άγαλμα ελληνικό, γυμνό). Κ’ ευθύς, ολόγυρά του
ανοίγονταν ονόματα-νησιά· ένα γόνατο έλαμπες
αντίκρυ στη θάλασσα· η φαρέτρα του μικρού τοξότη
διακρίνονταν θαμμένη κάτω από λοφίσκο λεπτής άμμου.
Ντυνόταν, έβγαινε στην Αγορά. «Καλημέρα σας», έλεγε.
Κρεοπωλεία, σταμνάδικα, οπωροπωλεία. Αγόραζε σταφύλια
ελευθερώνοντας εκείνη τη βαθειά, γαλήνια κι ανεξάντλητη
χειρονομία ενός κομμένου μαρμάρινου βραχίονα

24.V.69

Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1982 (7η έκδοση), σελ. 149.

ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ




LOUIS ARAGON


ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ

Ω μήνες των ανθήσεων μεταμορφώσεων μήνες
Μάη που πήγες αίθριος Γιούνη από μαχαιριά
Ποτές τα ρόδα δεν ξεχνώ τις πασχαλιές εκείνες
Κι όσους για πάντα η άνοιξη στον κόρφο της κρατά

Μου μένει η πλάνη η τραγική στη μνήμη δια βίου
Κείνος ο ήλιος η Πομπή το πλήθος κι οι φωνές
Τ’ άρματα αγάπες ξέχειλα τα δώρα του Βελγίου
Σαν το μελίσσι να βουίζει ο δρόμος τ’ αχανές
Ο αλόγιστος ο θρίαμβος την έριδα ωνα ωχραίνει
Νά ’ναι προσχέδια αίματος τα πορφυρά φιλιά
Κι αυτοί που θα πεθάνουνε στ’ οχύρωμα στημένοι
Λουσμένοι απ’ έναν έξαλλο λαό στην πασχαλιά

Δεν θα ξεχάσω πια ποτές τους κήπους της Γαλλίας
Ωραίους σα λειτουργικά βιβλία καιρών παλιών
Τ’ άγχος  εκείνο των βραδιών και της ανησυχίας
Σ’ όλο το δρόμο τ’ άρωμα των τριανταφυλλιών
Τ’ άνθη που διαψεύδανε τον πανικό εναγώνια
Τους στρατιώτες που ’φευγαν στου φόβου τα φτερά
Τ’ αλλόφρονα ποδήλατα τα ειρωνικά κανόνια
Των δήθεν κατασκηνωτών τα χάλια μια φορά

Μόνο δεν ξέρω ο στρόβιλος γιατί τόσων εικόνων
Σ’ ένα γνωστό κάθε φορά σημείο με σταματά
Στη Σαιντ-Μαρτ Ένας στρατηγός Πυκνάδες των θαμνώνων
Κάποια έπαυλη νορμανδική στο δάσος κει μπροστά
Όλα σωπαίνουν Ο εχτρός στον ίσκιον ησυχάζει
Πως το Παρίσι εδόθηκε μας είπαν προς τ’ αργά
Των ρόδων και των πασχαλιών η μνήμη θα με σφάζει
Δε θα ξεχνώ δυο αγάπες μας που χάσαμε γοργά

Ω εσάς της Φλάντρας πασχαλιές πρωτόμερες ακόμα
Ώχρα που απλώνει ο θάνατος στα μάγουλα νεκρού
Κι εσείς της υποχώρησης μπουκέτα ω ρόδα χρώμα
Χρώμα φωτιάς απόμακρης τριαντάφυλλα του Ανζού



Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση - Μεταφράσεις», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 72-73.

ΑΠΟΥΣΙΑ





PABLO NERUDA


ΑΠΟΥΣΙΑ

Μόλις σε άφησα
μπήκες μέσα μου, κρυστάλλινη
ή τρεμάμενη,
ή ταραγμένη, πληγωμένη από εμένα τον ίδιο,
ή ξεχειλίζοντας έρωτα, όπως όταν κλείνω τα μάτια σου
πάνω από το δώρο της ζωής
που αδιάκοπα σου δίνω.

Αγάπη μου,
συναντηθήκαμε
διψασμένοι και ήπιαμε
όλο το νερό και το αίμα,
συναντηθήκαμε
πεινασμένοι
και δαγκωθήκαμε
όπως δαγκώνει η φωτιά
αφήνοντάς μας πληγωμένους.

Περίμενέ με ωστόσο,
φύλαξέ μου τη γλύκα σου.
Θα σου δώσω κι εγώ
ένα ρόδο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



[ΠΑΙΧΝΙΔΟΤΟΠΟΣ]




ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ


[ΠΑΙΧΝΙΔΟΤΟΠΟΣ]

Ἡ βροχὴ ἔφερε στάχτη
ἐπέστρεψε σὰν πέπλο
τὸ γκρίζο παρελθὸν
οἱ τάφοι χρόνια ἀνοιχτοὶ
ξεκοιλιασμένοι

μικρὴ ψυχὴ τερπνὴ περιπλανώμενη
ξένε καὶ συνοδοιπόρε τοῦ κορμιοῦ μου

νεκροί, κρατώντας τὴν ἀνάσα
ὅλο συμπόνια ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο
μοιράζονται προμήθειες
στὸ τελευταῖο σύνορο τοῦ χρόνου
ἀνταλλάσσουν νέα, ἐφημερίδες στὶς συγκεντρώσεις

οἱ ψυχές τους ἀναμαλλιασμένες στὸν ἀέρα
καρφωμένες σημαῖες στὰ διστακτικὰ κόκαλα
ἀνεμίζουν καθὼς βροντοῦν οἱ θύρες τοῦ παιχνιδότοπου

στὸ σιωπητήριο τὴ νύχτα
τὰ κόκαλα ἐπιστρέφουν πίσω στὶς σάρκες
οἱ προβολεῖς φωτίζουν τὰ ραμμένα κορμιὰ
τὰ κοράκια σκαρφαλώνουν στὰ
ἀστερωμένα μάρμαρα
οἱ νεκροὶ ἀγαπᾶνε τὰ ποιήματα
ντύνονται στρατιῶτες, ψάχνουν γιὰ γλώσσα
ἀνοίγουν τὶς ὀθόνες τοῦ οὐρανοῦ
συνωστίζονται στὸ χιονοκρύσταλλο

δύσκολα κυλᾶ ἡ κυκλοφορία
μέσα σὲ τόσους πολέμους



Από το βιβλίο: Γιώργος Αλισάνογλου, «Παιχνιδότοπος», Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2016, σσ. 29-30.