Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

ΒΑΘΜΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ




ΛΑΜΠΡΙΑΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΒΑΘΜΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ο τόπος μου: ξερολιθιά και ήλιος.
Το βράδυ βγαίνει ένα ασημένιο σαλάχι, φεγγάρι.

Οικογενειακή έξοδος: απλώνω άδεια κανάτια στο πεζούλι.
Το γηραιό ζεύγος στο απέναντι μπαλκόνι, η προίκα μου.

Ο καλύτερος φίλος: εφ’ όπλου λόγχη, περίσσεια θάρρους,
σημαδεύω με σφεντόνα. Δεδομένου του ερέβους, αστοχώ.

Εκδρομή: χαρτόνι, σχήμα σύννεφου στον πάγκο της μπουγάδας.
Η μητέρα το άφησε να μουσκέψει τόσο, που το νερό άγγιξε το
ταβάνι. Κανείς δεν βγήκε ζωντανός.

Στο ιατρείο: μουσικά κουτάλια, λουλουδιασμένα κάδρα,
αναδίδουν φορμόλη. Το άφθαρτον της φύσεως τους.

Το δωμάτιόι μου: αποκοπή γης από ουρανό.
Στην επικόλληση, με ράμματα.

Εθνική γιορτή: δημόσιθα σύναξη, κενό σημείο επαφής.
Αποτραβιέμαι να εισπνεύσω οξυγόνο,
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Οι πινακίδες: συμπληρώνουν το αστικό τοπίο, αναγράφουν τσιτάτα
πάνω από ταμειακές μηχανές. Και «Προσοχή Σκύλος».

Καλοκαίρι: είναι τα απογεύματα θηλαστικά, άχυρο γεμισμένα

Βόλτα στο δάσος: ο τόπος μου, ξερολιθιά και ήλιος.



Από το βιβλίο: Λαμπριάνα Οικονόμου, «Αντίποινα», Θράκα, Αθήνα 2016, σ. 7.


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ!




PAUL VALÉRY


LA DORMEUSE

             A Lucien Fabre

Quels secrets dans mon coeur brûle ma jeune amie,
Âme par le doux masque aspirant une fleur?
De quels vains aliments sa naïve chaleur
Fait ce rayonnement d’une femme endormie?

Souffles, songes, silence, invincible accalmie,
Tu triomphes, ô paix plus puissante qu’un pleur,
Quand de ce plein sommeil l’onde grave et l’ampleur
Conspirent sur le sein d’une telle ennemie.

Dormeuse, amas doré d’ombres et d’abandons,
Ton repos redoutable est chargé de tels dons,
Ô biche avec langueur longue auprès d’une grappe,

Que malgré l’âme absente, occupée aux enfers,
Ta forme au ventre pur qu’un bras fluide drape,
Veille; ta forme veille, et mes yeux sont ouverts.


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ




ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ

Τ᾿ ὡραῖο καράβι ἕτοιμο στὸ χαρωπὸ λιμάνι,
γιορταστικὰ μὲ γιασεμιὰ καὶ ρόδα στολισμένο,
μὲ τὶς παντιέρες του ἁλαφριὲς στὴν ἀνοιξιάτικη αὔρα
καὶ τ᾿ Ὄνειρό μας στὸ χρυσὸ πηδάλιο καθισμένο,

μᾶς πῆρε γιὰ τὰ Κύθηρα, τὰ θρυλικά, ὅπου μέσα
σὲ δέντρα καὶ λούλουδα καὶ γάργαρα νερὰ
ὑψώνεται ὁ μαρμάρινος ναὸς γιὰ τὴ λατρεία
τῆς Ἀφροδίτης - τοῦ ἔρωτα τὴ θριαμβικὴ θεά.

Μὰ τὸ ταξίδι ἦταν μακρὺ κ᾿ ἡ χειμωνιὰ μᾶς βρῆκε!...
Οἱ φανταχτερὲς κι ἀνάλαφρες παντιέρες μουσκευτῆκαν,
τὰ χρώματα ξεβάψανε καὶ τ᾿ ἄνθη ἐμαραθῆκαν

καί, κάπου ἀπὸ τοὺς ἄξενους τοὺς οὐρανούς, τὸ πλοῖο
ἀπόμεινε ἀκυβέρνητο στὸ κῦμα τ᾿ ἀφρισμένο
μὲ τὸ φτωχό μας Ὄνειρο στὴν πρύμνη πεθαμένο.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΞΗΓΗΜΕΝΟ ΓΚΟΜΕΝΑΚΙ




CATULLUS



110. ΤΟ ΞΗΓΗΜΕΝΟ ΓΚΟΜΕΝΑΚΙ, ΡΕ ΣΥ ΑΥΦΙΛΛΗΝΑ

Το ξηγημένο γκομενάκι, ρε συ Αυφιλλήνα,
το κάνουν γούστο οι μάγκες όλοι, το παινάνε·
κι εκείνο τα φραγκάκια εισπράττει που του σκάνε
γιας όσα όντως κάνει και στον τάδε και στον δείνα.

Μα εσύ, σαν τάζεις, λες ψευτιές, κι εξηγημένη
δεν είσαι διόλου, κι ούτε πίστη πια σου δίνω·
θα κάμω και θα διάξω, λες, και αυτό και ’κείνο
μηδέν εις το πηλίκον όμως! Και δεν μένει

παρά μονάχα να σου πω: η ξεπεταγμένη
γυναίκα αλλιώς τα κάμνει, αφού κι αλλιώς τα θέλει·
δεν σ’ έχει πάντα με υποσχέσεις στο τριβέλι –
γιατί ή είναι ή δεν είναι χειραφετημένη!

Μα εσύ, Αυφιλλήνα,... εσύ απαιτείς μπροστά τα φράγκα
(παγκούε!)  κάνοντας σαν την κακιά πουτάνα
που αχόρταγη και με απατεωνιές και πλάνα
ταξίματα μασάει τον παρά του μάγκα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΑΞ ΖΑΚΟΜΠ!





MAX JACOB


MARINE

La mer défait les couronnes d'argent
que bâtissent ses folies.
Mes enseignes à l'occident
sont tous les rochers de ma vie.
Tant de jambes !
Aucune tête
si ce n'est
Dieu où je m'entête.
La mer dérange mes glaçons
ou les arrange à sa façon.
Mes miroirs ont vingt sortes d'hommes
même un gros géant flatueux
qui ne dit pas comme il se nomme.
Je n'ai pas suivi mes cercueils.
Ronde de nuit, lors des sabbats
je fuis les astres qui m'inculpent
remords, échos de mes sabots.
Astres, mon rocher blanc est sourd à vos enquêtes.
Seul je m'ausculte ou je me sculpte,
piliers d'églises et des bois
moi ; vos jambes autour de la croix.
Mer, tes vagues sont ma couronne.
Le pauvre corps est tout l'enfer.
J'ai vu la télégraphie
Chappe
annoncer la guerre et la mort,
depuis j'ai le bras en écharpe
et je suis un nuage d'or.
O vagues ! en expliquant la mer
c'est moi-même que je vilipende,
je la réduis en éprouvette
mon temple en bibelot de toilette.

Vous ne croyez pas ce qu'on dit qu'à
Paris je me dévergonde
Que je scandalise le monde bouilli, sans remords, étourdi
Mais
Vous voyez sur nos amis combien la langue nous démange !
Comme est le cœur par trop d'amis tondu, pelé ! et quelles vidanges !
Serait-ce de l'outrecuidance si dans mon humble déchéance je vous demandais souvenance de ma jeunesse laquelle fut vierge : dévouement comme entre deux cierges tout bon vouloir (et non pas tiède, plutôt raide).

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΝΗΣΙΑ




BORIS VIAN


ΤΑ ΝΗΣΙΑ

Έχει νησιά στη Μαύρη Θάλασσα
Είναι από πέτρα κρύα πέτρα ωχρή
Εκεί είσαι πάντα μόνος σου ολομόναχος
Και μπαίνεις σε κάτι πύργους πού ’ναι
Όλο κάμαρες εντοιχισμένες
Και συναντάς γυναίκες μαλακές
Γυναίκες θεόχοντρες λευκές γλυκούλες
Ξάπλα σε άφτιαχτα κρεβάτια
Βγάζουν τσίκνα βγάζουν τα μαλλιά τους κι ανεβαίνει
Με λεπτές κατσαρωμένες μπούκλες
Τσίκνα γαλανή μες στον άχρωμο των δωματίων αέρα
Μα μην σταματήσετε
Επειδή είναι εκεί και περιμένουν
Μπορούν να κάνουν ό,τι βάλει ο νους σας
Παίρνουν όποια μορφή θελήσουνε
Κυλούν σαν το νερό.
Μην πηγαίνετε στα νησιά της Μαύρης Θάλασσας
Καλύτερα πατέ πάπιας να πάτε ν’ αγοράσετε.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.