Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΑΔΕΙΑ ΑΙΩΡΑ




ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΥΙΩΤΗ


[ΑΔΕΙΑ ΑΙΩΡΑ]

Άδεια αιώρα
το ποίημα του άλλου
στον ξένο κήπο.



Από το βιβλίο: Κατερίνα Αγυιώτη, «Φρουρός», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2016, σελ. 46.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

ΦΩΤΙΑ




ΣΟΦΙΑ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ


ΦΩΤΙΑ ή
SALVIA SPLENDENS ή SCARLET SAGE

Στον κάλυκα
του στόματός Σας
ενδημούν

Τα
πορφυρά
χειλεοπέταλά μου.



Από το βιβλίο: Σοφία Γιοβάνογλου, «Φυτολόγιον νυκτερινόν ή Flora nocturna», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016, σελ. 17.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΗΡΘΕ ΜΥΡΙΖΟΝΤΑΣ




CÉSAR CANTONI


ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΗΡΘΕ ΜΥΡΙΖΟΝΤΑΣ

Το σκυλί ήρθε μυρίζοντας·
αναγνώρισε το άγαλμα
του επιφανούς της πλατείας
και κατούρησε το βάθρο του.

Έπειτα  έφυγε με άλλα σκυλιά, αδιαφορώντας
τελείως για την κρίση της ιστορίας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΧΑΪΜΕ ΣΙΛΕΣ!




JAIME SILES


VARIACIÓN BARROCA SOBRE UN TEMA DE LUCRECIO

I

En una noche nos hacemos viejos
y, al despertar al mundo, la mañana
en la luz del cristal de la ventana
nos clava, como insultos, sus reflejos.

Los ojos en el agua son espejos
de la memoria llena de gris grana
y la palabra, para siempre cana,
nos deja sus acentos circunflejos.

En el lavabo de las horas lavo
el hollín de los días. Las semanas
dejan cal en el cuerpo; ladeada,
la sombra de los años; ignorada,
la inteligencia de las cosas vanas:
el grifo, el jabón, este lavabo.


II

El grifo, el jabón, este lavabo
adelantan la ciencia soberana
del existir: mirar por la ventana,
ver cuántas cosas cada día lavo.

Un resplandor de rayas, rojos lagos,
una copa, un libro, una mañana
de otro rostro mirando en la ventana
el mismo gris de sus contornos vagos

me hacen saber que acentos circunflejos,
auroras grises de los días, granas
sombras inmovilizan los espejos;
que somos el rumor de los reflejos
de las horas, los días, las semanas
y que una noche nos hacemos viejos.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ




ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΟΙ ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ

Δύο είν’ οι Παράδεισοι
  που λέει κι η παράδοση:

Είν’ ένας μες τους ουρανούς
  που μήτε τον χωράει ο νούς

Κι όπου αδερφέ μου για να πάς
  θά ’ναι από δίπλα σου ο παπάς

Ειν’ ένας άλλος εδωνά
  κι ας μην τον βλέπεις πουθενά

Όρη θάλασσες και βράχοι
  μοιάζει λίγος κι όλα τά ’χει

Έχει βιόλες έχει κρίνα 
  Σεραφείμ με μαντολίνα.

Έχει γλύκες έχει τρέλες 
  του διαόλου τις κοπέλες

Μοιάζει λίγος κι όλα τά ’χει
  να βουτάς κι ό,τι σου λάχει.



Από την ποιητική συλλογή: «Τα ρω του έρωτα» (1972).
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 293-294.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ]

ΟΙ τρεις νάνοι στο διάδρομο
ο ένας με μπάλα ο άλλος με στεφάνι
ο τρίτος με τρίαινα
ο τέταρτος μονόφθαλμος στη σκάλα
να σημαδεύει με ρεβίθια
το πορτραίτο του αυτοκράτορα.



Από την ποιητική συλλογή "Ο εξαδάχτυλος" (1976).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα", τ. ΙΓ΄, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ. 54-5.

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΔΟΛΦΟ ΒΙΑΧΙ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο RODOLFO BIAGGI: FLOR DE MONSERRAT

O ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ




HANS MAGNUS ENZENSBERGER


O ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Δεν πείραξε άνθρωπο ποτέ του. Όχι,
σπάει μπουκάλια κατά λάθος.
Θα ήθελε να, ιδρώνει, χάνει
το αγαπημένο του κλειδί. Κρυολογεί αδιαλείπτως.
Γνωρίζει πως πρέπει.
Υποθέτει πως θα μπορούσε να είναι γενναίος, χασμουριέται,
πασαλείβει τη θλίψη του πάνω στον γύψο.
Σκέφτεται, καλύτερα όχι. Στριμωγμένος μέσα
σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, κάτωχρος ισχυρίζεται
το αντίθετο. Ναι, καταγράφει τον εαυτό του διαρκώς.
Λέει το ανάποδο απ’ αυτό που ήθελε να πει. Όντως, λέει,
όντως όχι. Το κοστούμι του πέφτει πολύ στενό,
πολύ φαρδύ. Το σώμα του πονάει. Όχι,
εδώ και καιρό δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει
τον γραφικό χαρακτήρα του. Χώρισε, εις μάτην.
Κανένας δεν του τηλεφωνεί. Αισθάνεται μια φαγούρα απ’ την κορφή
ως τα νύχια. Η πένα του αδειάζει,
με την καλύτερη των προθέσεων.  Είναι συχνά παρών,
σε κάθε δωμάτιο, πάντοτε μόνος.
Κόβεται στο ξύρισμα. Ναι, διότι πάντοτε φροντίζει τον εαυτό του
ειδάλλως δεν κλείνει βλέφαρο. Κοιμάται.
Όλοι κακαρίζουν, όλοι όσοι έχουν το δίκιο με το μέρος τους,
τον περιγελούν. Δεν μπορεί να διαπιστώσει
τι πάει στραβά. Όλα τα βλέπει εντάξει. Ο πονοκέφαλός του
είναι απολιτικός. Προσπαθεί σκληρά,
πάλι τραυλίζει, αρχίζει να πνίγεται.
Αυτό που ήθελε να πει, μόλις πριν λίγο,
λίγο αργότερα το έχει ξεχάσει. Λησμόνησε να ξεμπερδέψει
με την πάρτη του. Με την καλύτερη των προθέσεων.
Ζει εν κρυπτώ. Όχι, δεν πρέπει,
ωστόσο έτσι θα ήταν σωστό. Δεν έχει καρκίνο
αλλά ούτε αυτό το γνωρίζει. Το καπέλο του ιδρώνει.
Ποτέ δεν τα έφερνε βόλτα τόσο καλά
όσο τώρα.  Πραγματικά, δεν θα το ήθελε,
αλλά πρέπει. Κλαίει με λυγμούς στο κομμωτήριο. Ναι,
είναι αρκετά αποδοτικός, απολογείται.
Όντως, γράφει, όντως, ξύνεται.
Όντως, θα έπρεπε, ωστόσο καλύτερα όχι.
Όχι, κανείς δεν πρόσεξε τη δυστυχία του. 



Από το βιβλίο: «Die Furie des Verschwindens», Suhrkamp, 1980.
Προδημοσίευση από το βιβλίο «Η Υπεράσπιση των Λύκων και άλλα ποιήματα (1957-1980)», μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης, Εκδόσεις Πανοπτικόν.