Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


JUAN GELMAN


ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

I

Και εποίησα την όψιν την σην.
Με χρησμούς του έρωτα θα ποιούσα την όψη σου
στις μακρινές μεσαυλές της παιδικής ηλικίας.
Οικοδόμος από αίσθημα κατεχόμενος αιδούς
εκρύφτηκα στον κόσμο για να σου λαξέψω την εικόνα,
για να σου δώσω τη φωνή,
για να προσθέσω στο σάλιο σου γλύκα.
Πόσες φορές δεν ερίγησα
απλώς και μόλις απ’ το φως του θέρους σκεπασμένος
κι ενώ σε περιέγραφα μέσα στο αίμα μου.
Ατόφυα μου, ατόφυα μου εσύ,
από τόσους και τόσους σταθμούς είσαι πλασμένη,
η δε χάρη σου καταβαίνει από τόσα και τόσα λυκόφωτα.
Και πόσες απ’ τις μέρες μου επινοήσαν τα χέρια σου.
Τί άπειρο ασπασμών εναντιώνεται στη μοναξιά
και σου βουλιάζει τα βήματα στα βάθη της σκόνης.
Σε λειτούργησα, σε απάγγειλα στους δρόμους,
στον μυχό του ίσκιου μου έγραψα όλα σου τα ονόματα,
σού ’καμα χώρο να ρθείς στο κρεβάτι μου,
σε αγάπησα, αόρατε ολκέ, σε αγάπησα νύχτα τη νύχτα.
Κι έτσι έφτασαν, ναι, να τραγουδάν οι σιωπές.
Χρόνια και χρόνια δούλεψα να σε δημιουργήσω
ίσαμε να πρωτακούσω τον ήχο μόνο της ψυχής σου.


II

Ύψωσε τα χέρια σου, τα μες στη νύχτα εγκάθειρκτα,
λύσ’ τα πάνω από τη δίψα μου,

τύμπανο, τύμπανο, και φωτιά μου εσύ.
Κι η νύχτα ας μας σκεπάζει σαν καμπάνα

και ας ηχεί γλυκά-γλυκά σε κάθε του έρωτα χτύπο.
Κήδεψέ μου τον ίσκιο, λούσε με μέ τέφρα, σκάψε μου τον πόνο,

καθάρισέ μου τον αέρα:
επιθυμία μου να σ’ αγαπάω ελεύθερος.

Χαλάς τον κόσμο για να τον διαδεχθείς εσύ,
αρχίζεις τον κόσμο για να τον διαδεχθείς εσύ.


III

Μου αγάπησες τα χέρια και πέσαν το φθινόπωρο.
Αγάπησες τη φωνή μου και ρήμαξε.
Το πρόσωπό μου έσπασε πάνω σου σαν τη
σβωλόπετρα.
Με αγάπησες, και με αγάπησες τόσο
για να φύγεις από μένα, τον δεσπότη των ίσκιων.

Με κατέστρεψες για νά ’μαι φως ανθρώπινο
που ψάλλει
σαν τα πλάσματα του αίματός σου.


IV

Από τις αναμνήσεις ας υψώνεται του κορμιού σου το άρωμα
και ας πλάθει το σώμα σου.
Ας ανταποδίδει η νύχτα τη γλύκα σου.
Ας δοθούν τα χέρια σου για το ρίγος που δίνουν.
Ας επιστρέφουν τα μάτια σου από των βλεμμάτων το άπαν.

Περιστερά του έρωτά μου εσύ,
είναι κάτι φορές που
ανεβαίνεις άσπιλη στην ελευθερία
πετάς και τραγουδάς σαν ουρανός πας εισβάλλοντας στον κόσμο.


V

Σαν μωρό σου τραγουδάω κάτω από τη μαύρη νύχτα.

Σεντούκι των μυστικών, των φυλαγμένων παιχνιδιών,
ρίγη φθινοπωρινά σα μαντηλάκια αποχαιρετισμών,
σε τραγουδάω εκεί για να υπάρχεις, νά ’σαι.

Ω της αγνότητας δέσποινα,
με στόμα καθαρό προφέρω τα ονόματά σου ένα-ένα,
βάζω την όψη μου στο ημίφως που από εκεί
εκπορεύεται,
ανάβω μιά μεγάλη με τα ονόματά σου φωτιά
κάτω από τη μαύρη νύχτα.

Στην πραγματικότητα δηλαδή θέλω να πω:
με κάνεις να πηγαίνω κόντρα στον θάνατο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου