Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΔΥΟ ΚΗΠΩΝ




OCTAVIO PAZ 


ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΔΥΟ ΚΗΠΩΝ

Ένα σπίτι, ένας κήπος,
Δεν είναι τόποι:
Γυρίζουν, έρχονται και πάνε
Οι οπτασίες τους
Ανοίγουν στο διάστημα
Άλλο διάστημα,
Άλλον χρόνο μες στον χρόνο.
Οι εκλείψεις τους
Δεν είναι παραιτήσεις:
Θα μας έκαιγε
Η ζωντάνια μιας από εκείνες τις στιγμές
Αν διαρκούσε μια στιγμή ακόμα.
Καταδικαστήκαμε
Να σκοτώνουμε τον χρόνο:
Κι έτσι πεθαίνουμε,
Λίγο-λίγο.
Ο κήπος δεν είναι τόπος:
Από ’να μονοπάτι με άμμο φυρή
Μπαίνουμε μέσα
Σε μια σταγόνα νερό,
Στο κέντρο της πίνουμε
Πράσινες διαύγειες,
Ανεβαίνουμε
Από τη σπείρα των ωρών
Προς
Την κορυφή της ημέρας,
Κατεβαίνουμε
Προς
Τα λείψανα της τέφρας της,
Ποτάμια μες στη νύχτα: ρέουν οι κήποι.

Εκείνος του Μιξκοάκ είτανε σώμα
Γεμάτο πληγές,
Αρχιτεκτονική
Υπό κατάρρευσιν.
Εγώ είμουν παιδί
Και ο κήπος έμοιαζε του παππού μου.
Σκαρφάλωνα στα χλωρά του γόνατα
Χωρίς να ξέρω ότι είσαν κατάρτια πλοίου
Που προσάραξε.
Ο κήπος το εγνώριζε:
Περίμενε το τέλος του όπως ο κατάδικος
Τη λαιμητόμο.
Η συκιά είταν η Μητέρα,
Η Θεά:
Χολερικών εντόμων βόμβοι
Τα βουβά τύμπανα του αίματος,
Ο ήλιος
Και το σφυρί του,
Ο πράσινος εναγκαλισμός αμέτρητων χεριών,
Χαραγματιά πάνω σε κορμό.
Ο κόσμος μισάνοιχτος:
Εγώ πίστευα ότι είχα δει τον θάνατο
Βλέποντας
Την άλλη όψη του όντος,
Την παντελώς κενή:
Την έμμονη λάμψη την εντελώς στεγνή από όποιο σημάδι.

Στο μέτωπο του Αχούσκο
Συρρέουν
Οι λευκές συνομοσπονδίες
Μέχρις ότου όλα
Να γίνουν καταπόρφυρη μάζα:
Της νεροποντής ο μαύρος καλπασμός
Σκεπάζει όλον τον κάμπο.
Βρέχει πάνω σε λάβα.
Το Μεξικό: πάνω στη ματοβαμμένη πέτρα
Χορεύει το νερό.
Μήνες καθρεφτένιοι.
Η μυρμηγκοφωλιά,
Τα καταχθόνια τελετουργικά της:
Καταποντισμένος στο βάναυσο νερό
Εξάγνιζα τη μυρμηγκοφωλιά του σώματός μου
Κατασκόπευα
Την πυρετώδη κατασκευή των ερειπίων μου.
Έλυτρα
Το κοφτερό άσμα του εντόμου
Κόβει ξερόχορτα.
Φως, φως.
Ουσία του χρόνου και των επινοήσεών του.
Κάκτοι ορυκτοί.
Υδράργυρες σαύρες
Στων οιωνών τα καταφύγια,
Το πουλί
Που τρυπάει το διάστημα,
Δίψα, πλήξη, αμμοθύελλες:
Άθικτη επιφάνεια του άνεμου.
Τα πεύκα μ’ έχουνε μάθει να μονολογώ.
Σ’ εκείνον τον κήπο διδάχτηκα πώς αποχαιρετάνε.

Κήποι ύστερα άλλοι δεν υπήρξαν.
Μια μέρα,
Σαν να επέστρεφα,
Όχι σπίτι μου:
Στην πρωταρχή της Αρχής,
Έφτασα σ’ ένα ξέφωτο,
Πολύ πλατύ,
Φτιαγμένο
Για τα παθιασμένα παιχνίδια του φωτός και του νερού.
Διασκορπισμοί, συμμαχίες:
Απ’ τον λαρυγγισμό του πράσινου
Στο πιο υγρό γαλάζιο         Στο γκρίζο της τέφρας
Στο πιο λαβωμένο ροδί
Στο ξεθαμμένο χρυσό         Στο πράσινο πράσινο.
Τη νύχτα εκείνη αντίκρυσα το δέντρο νιμ.
Στους ώμους του πάνω
Ο ουρανός – με όλα του τα βαρβαρικά κοσμήματα.
Η ζέστη
Είταν ένα πράσινο χέρι που έκλεινε.
Ακουγότανε
Το λαχάνιασμα των ριζών
Η διαστολή του κοσμικού χώρου,
Το άλεσμα του έτους.
Μ’ ένα προσωπείο σκόνης,
Οπλισμένο με σιωπή,
Το δέντρο δεν έκανε πίσω.
Σαν το μνημείο της υπομονής είτανε μεγάλο.
Σαν την παλάντζα που ζυγίζει στιγμές και αιώνες είτανε δίκαιο.
Σπίτι των σκίουρων, των κοτσυφιών πανδοχείο.
Και χώραγαν
Στα χέρια του πολλά, πάμπολλα φεγγάρια.
Η δύναμη
Είναι πιστότητα·
Η ισχύς είναι αποδοχή:
Κανένας δεν τελειώνει στον εαυτό του.
Σύμπαν ο καθένας
Σε άλλο σύμπαν μέσα
Σε κάποιο άλλο εντός:
Αστερισμοί
Το πελώριο νιμ ήξερε τη δική του σμικρότητα.
Στα πόδια του
Έμαθα πως είμουν ζωντανός,
Έμαθα ότι θάνατος είναι να πλαταίνεις,
Και αυτάρνηση είναι να ψηλώνεις
Μεταξύ κόρου και ύβρεως
Λαιμαργία ζωής
Ή γοητεία θανάτου,
Η μέση οδός.
Στην αδελφοσύνη των δέντρων
Διδάχτηκα τη συνδιαλλαγή
Όχι με μένα:
Με ό,τι με σηκώνει και με κρατάει και με αφήνει να πέσω.

Συνάντησα μιά κοπέλλα
Η συμφωνία
Του θερινού ήλιου με τον ήλιο τον φθινοπωρινό: τα μάτια της.
Αυτή λάτρισσα ακροβατών, αστρονόμων, καμηλιέρηδων.
Εγώ λάτρης φαροφυλάκων, λογικοφιλοσόφων, σαδούων.
Τα σώματά μας μίλησαν, σμίξανε, κι έφυγαν.
Φύγαμε κι εμείς μαζί τους.
Είσαν οι μουσώνες:
Ουρανοί από χλόη κοπανισμένη
Και ο άνεμος ένοπλος
Σε όλα παντού τα σταυροδρόμια.
Την δε κοπέλλα του παραμυθιού,
Ναύτισσα μιάς φουρτουνιασμένης λίμνης,
Την έλεγα Αμυγδαλίτσα.
Όχι όνομα:
Σκαρί ατρόμητο.
Έβρεχε
Η γη ντυνότανε κι έτσι γυμνωνόταν,
Τα φίδια έβγαιναν απ’ τις μονιές τους,
Η σελήνη
Είτανε όλη νερένια,
Ο ουρανός έλυνε την κόμη του
Οι βόστρυχοί του
Είσαν ποτάμια λυμένα
Και ρέοντας όλο ρέοντας πίνανε χωριά,
Θάνατος και ζωή συγχέονταν,
Χαρμάνι λάσπης και ήλιου,
Εποχή λαγνείας και λιμού
Εποχή του κεραυνού
Πάνω στο σανδαλόδενδρο,
Πελεκημένοι γενετήσιοι πλανήτες
Να σαπίζουν,
Ν’ ανασταίνονται,
Στη μήτρα σου,
Μητέρα Ινδία,
Κοπέλλα Ινδία,
Πιωμένη οπούς και σπέρμα, χυμούς φαρμακερούς.

Στο σπίτι σκάσανε φολίδες.
Αμυγδαλίτσα:
Φλόγα ανέγγιχτη ανάμεσα φιδοφωλιά και ανεμομπόρι,
Στη νύχτα των μπανανόφυλλων
Πράσινη ανθρακιά,
Αμαδρυάδα,
Πνεύμα Γιάξι:
Γέλιο στο σύθαμνο,
Μια χούφτα όρθροι μέσα στις λόχμες,
Μουσική μάλλον
Παρά σώμα,
Πέταγμα πουλιού μάλλον παρά μουσική,
Γυναίκα πιο πολύ και όχι πουλί:
Ήλιος η κοιλιά σου,
Ήλιος μέσα στο νερό,
Νερό από ήλιο στο σταμνί,
Σπόρος ηλιοτροπίου που φύτεψα στο στήθος μου,
Αχάτης,
Κίτρινο της λεοντής,
Καλαμπόκι στις φλόγες μες στον κήπο τον οστέινο.
Ο Τσουάνγκ Τσέου ζήτησε από τον ουρανό τους φωστήρες του,
Από τον άνεμο τα κύμβαλά του,
Για την κηδεία του.
Εμείς ζητήσαμε απ’ το νιμ να μας παντρέψει.
Ο κήπος δεν είναι τόπος:
Είναι πέρασμα,
Είναι πάθη:
Αγνοούμε πού πηγαίνουμε,
Το ότι παρερχόμαστε φτάνει,
Παρέρχομαι σημαίνει μένω.
Ακινησία ιλιγγιώδης.
Εποχές
Σαν τη διαδοχή μεγάλων βασιλέων,
Κάθε χειμώνας
Ψηλός λιακός πάνω απ’ το εκτεταμένο έτος.
Φως καλοσυγκερασμένο,
Αντίλαλοι, διαύγειες,
Γλυπτά στον αέρα
Που εξαφανίζονται μόλις τα προφέρεις.
Συλλαβές,
Νήσοι μακάρων!
Ριζωμένος στη χλόη
Ο γάτος Δημοσθένης
Είναι πυρωμένο κάρβουνο,
Η γάτα Σεμίραμις κυνηγάει χίμαιρες,
Παραμονεύει
Αντικατοπτρισμούς, σκιές και αντίλαλους.
Πάνω ψηλά:
Σαρκασμοί κοράκων,
Ο ξυλοκόκορας και η καλή του:
Σιωπηλοί ηγεμόνες εκτοπισθέντες,
Ο έποπας:
Ράμφος και λοφίο μπιζού φορεμένα,
Το πράσινο πυροβολικό των εκθαμβωτικών ψιττακοειδών,
Η ακινησία του χαρταετού
Μαύρο
Στον απρόσκοπτο ουρανό.
Γεωμετρίες εναέριες,
Γοργοί αστερισμοί στο ντάλα μεσημέρι.
Τώρα
Ήρεμος
Στην κόψη επάνω ενός κύματος:
Ένας άλμπατρος,
Στιγμιαία κορφή από αφρόκυμα που χιλιοσκορπίζεται.
Δεν απέχουμε πολύ από το Ντέρμπαν.
(Εκεί εσπούδασε ο Πεσσόα.)
Ανταμώσαμε μ’ ένα πετρελαιοφόρο.
Πήγαινε στη Μομπάσα,
Στο λιμάνι αυτό που ’χει τ’ όνομα καρπού.
(Στο αίμα μου
Σύναξη από ολκούς καραβιών:
Καμόενς, Βάσκο ντε Γκάμα και λοιποί.)
Ο κήπος έμεινε πίσω.
Πίσω αλήθεια ή μπροστά;
Δεν υπάρχουν άλλοι κήποι απ’ αυτούς που κουβαλάμε μέσα μας.
Τί μας περιμένει στην αντίπεραν όχθη;
Πάθος ίσον πάροδος:
Η όχθη η απέναντι είναι εδώ,
Φως στον αέρα δίχως κοίτη:
Πραχναπαραμίτα,
Η Κυρά μας της Αντίπεραν Όχθης,
Εσύ η ίδια,
Η κοπέλλα του παραμυθιού,
Η μαθητευομένη του κήπου.
Λησμόνησα τον Ναγαρχούνα και τον Δαρμακίρτη.
Στα στήθη σου,
Στην κραυγή σου τους απάντησα:
Μαϊτχούνα,
Δύο σε ένα,
Ένα εν όλω,
Τα πάντα στο τίποτα,
Σουνυάτα!
Κενή πληρότητα,
Κενότητα στρογγύλη σαν τις λαγόνες σου!
Σκιές στρεφόμενες
Σε λίμνη φωτός ψάρια
Και κορμοράνοι
Έλικας με δεκαεπτά συλλαβές
Χαραγμένος στη θάλασσα
Όχι από τον Μπασό:
Από τα μάτια μου, τον ήλιο και τα πουλιά,
Σήμερα
Γύρω στις τέσσερεις,
Στα ύψη της Μαυριτανίας.
Ένα κύμα παφλάζει:
Πεταλούδες από αλάτι:
Εξαφανίσεις.
Μεταμόρφωση του ταυτόσημου.
Αυτή την ίδια ώρα
Το Δελχί και οι κόκκινες πέτρες του,
Το σκοτεινό του ποτάμι,
Οι άσπροι θόλοι του,
Οι θρυψαλιασμένοι αιώνες του
Μετασχηματίζονται:
Αρχιτεκτονικές αβαρείς,
Αποκρυσταλλώσεις
Σχεδόν νοητικές
Ίλιγγοι υψηλοί πάνω από ’ναν καθρέφτη.
Σπείρα διαφανειών.
Βαραθρώνεται
Ο κήπος σε μία ταυτότητα
Δίχως όνομα
Ούτε ουσία.
Τα σημεία σβήνονται: κοιτάζω τη διαύγεια.


Εν πλω, στη γέφυρα του Βικτώρια
μεταξύ Βομβάης και Λας Πάλμας
από τις 20 έως τις 28 Νοεμβρίου του 1968

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής



4 σχόλια:

  1. ...Δεν υπάρχουν άλλοι κήποι απ’ αυτούς που κουβαλάμε μέσα μας.
    ...........................................................
    ...Δύο σε ένα,
    Ένα εν όλω,
    Τα πάντα στο τίποτα,
    Σουνυάτα!
    Κενή πληρότητα...


    Οκτάβιο Πας, τίποτα λιγότερο.


    Θεωρώ εκπληκτικό -εκτός από την "Ηλιόπετρα"- (και) το ποίημα "Κώστας", αφιερωμένο στον Έλληνα φίλο του και φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου, που το γνώρισα σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη.



    ΑΓΓΕΛΙΚΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Η μετάφραση του "Κώστας" από τον Κώστα Κουτσουρέλη -όχι επειδή είναι φίλος μου- είναι υπέροχη. Όπως και αυτή της "Ηλιόπετρας". Μιας και σου αρέσουν οι ποεζίες του Πας, να σου αποκαλύψω ότι ετοιμάζω μια εκτενέστατη επιλογή απο όλο το ποιητικό έργο του. Υπολογίζω ότι θα είναι έτοιμη σε ένα χρόνο από σήμερα. Χαιρετισμούς από την Κέρκυρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ναι, μου αρέσει τρελά η (καλή) ποίηση -και κάποιοι νέοι ποιητές. Όμως υπάρχουν συχνά κι αυτοί που με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Κι είναι πολλοί, πανάθεμά τους. Σα να τους λείπει η αυτογνωσία. Τότε θυμάμαι τον Κύπριο ποιητή Κώστα Μόντη:

    ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ
    Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
    Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις;
    Γιατί τις ηνώχλησες;



    Πολύ ωραίο αυτό που μου λέτε.
    Του χρόνου τέτοιον καιρό, λοιπόν, θα μπορούμε να μιλάμε εφ' όλης της (επιλεγμένης από σας) ύλης για τον Πας.

    Κι επειδή σας αρέσει το τάνγκο, μια μουσική καληνύχτα:

    http://www.youtube.com/watch?v=Tdbs5Vu62OE


    ΑΓΓΕΛΙΚΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @ ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Πάω να το ακούσω. Ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή